Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΙΑΦΑΚΑΣ, παιδίατρος-παιδογαστρεντερολόγος
Με την επιμέλεια του Ελληνικού Ιδρύματος Γαστρεντερολογίας και Διατροφής (ΕΛΙΓΑΣΤ) info@eligast.gr / www.eligast.gr
Η λακτόζη, ένας δισακχαρίτης που αποτελείται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα γαλακτόζης, δεν παίζει σημαντικό ρόλο από πλευράς θρεπτικής αξίας στη δίαιτα των μεγάλων. Αντιθέτως, αποτελεί την πιο σπουδαία πηγή ενέργειας στον πρώτο χρόνο της ζωής, αφού το περίπου 50% των ημερήσιων θερμιδικών αναγκών των βρεφών προέρχεται από τη λακτόζη!
Η λακτόζη συντίθεται αποκλειστικά στον μαζικό αδένα των θηλαστικών κατά το τέλος της κύησης και τη γαλουχία και βρίσκεται σαν ελεύθερο μόριο μόνο στο γάλα. Η πέψη της λακτόζης επιτελείται από το ένζυμο λακτάση που ανευρίσκεται στις μικρολάχνες του λεπτού εντέρου. Οταν η δραστικότητα της λακτάσης είναι ανεπαρκής, η λακτόζη δεν μπορεί να απορροφηθεί, ενεργεί σαν ωσμωτικό φορτίο για το λεπτό έντερο και κατέρχεται στο παχύ, όπου ζυμώνεται από την εκεί χλωρίδα. Τα συμπτώματα που προκαλούνται από την πλημμελή απορρόφηση της λακτόζης δημιουργούν την κατάσταση εκείνη που αναφέρεται σαν δυσανεξία στη λακτόζη.
Η λακτόζη έχει πολλαπλές εφαρμογές στη βιομηχανία τροφίμων. Επί παραδείγματι, χρησιμοποιείται σε γλυκά και άλλα προϊόντα ζαχαροπλαστικής, σε ψωμάκια και λουκάνικα, γιατί βελτιώνει τη γεύση και προσδίδει όγκο και σταθερή δομή, καθώς συνδέεται σταθερά με το νερό και τις χρωστικές.
Η ανεπάρκεια λακτάσης αναφέρεται στη γενετικά προκαθορισμένη πτώση του επιπέδου δραστικότητας της λακτάσης στο περίπου 10% αυτού της γέννησης. Εμφανίζεται συνήθως από την ηλικία των 3 ετών και μετά και διατηρείται για όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Με το σκεπτικό αυτό ο όρος ανεπάρκεια της λακτάσης δεν είναι δόκιμος, αφού τα 2/3 του ενήλικου πληθυσμού της Γης παρουσιάζουν ελαττωμένα επίπεδα δραστικότητας της λακτάσης και μόνο τα άτομα που κατάγονται από τη βόρεια Ευρώπη, καθώς και μερικές νομαδικές φυλές που κατοικούν σε άνυδρες περιοχές της βόρειας Αφρικής και της Αραβίας διατηρούν αυξημένη δραστικότητα του ενζύμου καθ’ όλη την ενήλικη ζωή.
Η επίπτωση της ανεπάρκειας λακτάσης ενήλικου τύπου είναι υψηλότερη του 50% σε νότια Αμερική και την Αφρική και προσεγγίζει το 100% στην Ασία. Στη μαύρη φυλή και στους Ασιάτες η ανεπάρκεια παρουσιάζεται στην αρχή της παιδικής ηλικίας, ενώ στη λευκή φυλή, στο τέλος της παιδικής ηλικίας και στην εφηβεία. Σε μια σειρά 150 Ελληνοπαίδων βρέθηκε ότι 29% παρουσίαζαν ανεπάρκεια λακτάσης στην ηλικία των 5 ετών και το 80% στην ηλικία των 12 ετών.
Συμπτώματα
Κλινικά η διάγνωση της δυσανεξίας στη λακτόζη δεν τίθεται με ευκολία, λόγω της ποικιλομορφίας των παρουσιαζόμενων συμπτωμάτων. Αν τα συμπτώματα παρουσιάζονται αμέσως μετά τη λήψη της λακτόζης η διάγνωση είναι πιο εύκολη. Συμπτώματα που εμφανίζονται μέσα στα πρώτα 30 λεπτά από τη λήψη της λακτόζης είναι η ναυτία και ένα αίσθημα πληρότητας (φούσκωμα) του στομαχιού, ενώ αυτά που εμφανίζονται μέσα σε 2 έως 6 ώρες είναι ο κοιλιακός πόνος, ο οποίος μπορεί να έχει κολικοειδή χαρακτήρα (εντοπιζόμενος γύρω από τον ομφαλό ή στο κάτω μέρος της κοιλιάς), το γουργούρισμα των εντέρων, το φούσκωμα, η έκλυση αερίων και η διάρροια. Η τυπική διάρροια χαρακτηρίζεται από υδαρή, ογκώδη και αφρώδη κόπρανα. Στους εφήβους μπορεί να κυριαρχεί ο εμετός.
Η συσχέτιση της λήψης της λακτόζης με τα συμπτώματα είναι επίσης δύσκολο να τεκμηριωθεί από το ιστορικό στον παιδικό πληθυσμό, αφού πολλά, κυρίως μικρότερης ηλικίας παιδιά, δεν μπορούν να εκθέσουν τα συμπτώματά τους με καθαρό τρόπο. Ο παιδίατρος θα πρέπει να υποπτευθεί τη δυσανεξία στη λακτόζη στα παιδιά εκείνα που παρουσιάζουν υποτροπιάζον κοιλιακό άλγος, αφού αποτελεί μία από τις πιο συχνές αιτίες χρόνιου κοιλιακού πόνου στα παιδιά (24-40%). Τα μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά και οι έφηβοι με συμπτωματολογία ευερέθιστου εντέρου (κοινώς σπαστική κολίτιδα) θα πρέπει επίσης να διερευνώνται για δυσανεξία στη λακτόζη.
Θεραπεία
Η θεραπεία της πρωτοπαθούς δυσανεξίας στη λακτόζη περιλαμβάνει τον περιορισμό της λακτόζης στη δίαιτα, την υποκατάστασή της από εναλλακτικές θρεπτικές ουσίες, την παροχή της απαραίτητης ποσότητας ασβεστίου και τη λήψη υποκατάστατων του ενζύμου της λακτάσης.
Η ανάγκη για τον διαιτητικό περιορισμό της λακτόζης εξατομικεύεται ανάλογα με την ανοχή του κάθε ατόμου. Οπως αναφέρθηκε προηγουμένως, στα βρέφη και στα παιδιά η λακτόζη προσδίδει περίπου το 30-50% των ημερήσιων θερμίδων, γι’ αυτό και ο διαιτητικός περιορισμός της έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο σε σύγκριση με τους μεγάλους. Οι ασθενείς με ανεπάρκεια λακτάσης μπορούν ν’ αρχίσουν με μια δίαιτα ελεύθερης λακτόζης τη στιγμή της διάγνωσης, ώστε να εξαλειφθούν τα συμπτώματά τους, και στη συνέχεια να επανεισάγουν τη λακτόζη στη διατροφή τους αυξάνοντάς τη σταδιακά, μέχρι να βρεθεί η ποσότητα εκείνη που δεν προκαλεί συμπτώματα. Τα γάλατα σόγιας δεν περιέχουν λακτόζη και μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά με τα γάλατα ελεύθερης ή μειωμένης λακτόζης.
Τα γαλακτοκομικά προϊόντα διαφέρουν ως προς την περιεκτικότητά τους σε λακτόζη. Το φρέσκο γάλα έχει την υψηλότερη περιεκτικότητα. Υπάρχουν αυξημένες ενδείξεις ότι τα άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη μπορούν να ανεχθούν γάλατα που έχουν υποστεί ζύμωση, καθώς η περιεκτικότητα του γάλακτος σε λακτόζη μειώνεται σημαντικά μετά την κατεργασία αυτή. Υπάρχουν διαθέσιμα στο εμπόριο γάλατα με 70% λιγότερη λακτόζη, που είναι καλά ανεκτά από πολλά άτομα με ανεπάρκεια λακτάσης. Η παρουσία στο γάλα μικροοργανισμών ευοδώνει την κατάσταση γιατί περιέχουν το ένζυμο βήτα γαλακτοσιδάση που ενεργοποιείται στο λεπτό έντερο και υδρολύει την προσλαμβανόμενη λακτόζη. Το γλυκό κρύο γάλα που περιέχει Lactobacillus acidophilus, αλλά δεν έχει υποστεί ζύμωση, εξακολουθεί να προκαλεί συμπτώματα στα άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη. Οταν όμως υποστεί κατεργασία με υπερήχους γίνεται καλά ανεκτό, πιθανά γιατί με τη μέθοδο αυτή λύεται το τοίχωμα των μικροβίων και απελευθερώνεται η λακτάση που εμπεριέχουν. Το γιαούρτι, που επίσης περιέχει βήτα γαλακτοσιδάση, είναι καλά ανεκτό. Εχει βρεθεί ότι το ασβέστιο του γιαουρτιού απορροφάται φυσιολογικά από τα άτομα που δυσαπορροφούν τη λακτόζη, γεγονός που το αναδεικνύει σε μια άριστη πηγή πρόσληψης ασβεστίου με την τροφή για τα άτομα αυτά. Τέλος, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι καθώς το τυρί ή το κασέρι παλιώνουν, η λακτόζη μετατρέπεται σε γαλακτικό οξύ το οποίο δεν προκαλεί συμπτώματα.
Οι γονείς θα πρέπει να ερευνούν τη σύσταση των έτοιμων τροφών που αγοράζουν για τα παιδιά τους και να διαβάζουν την αναγραφόμενη σύνθεση των συσκευαζόμενων τροφών. Εκτός από τις φανερές πηγές λακτόζης υπάρχουν και κρυφές, για τις οποίες οι γονείς θα πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι. Προϊόντα στα οποία αναγράφονται οι όροι: ορός γάλακτος, καζεΐνη, λακταλβουμίνη, σκόνη γάλακτος μπορεί να περιέχουν σημαντική ποσότητα λακτόζης. Τροφές που μπορεί να περιέχουν «κρυφές» πηγές λακτόζης είναι τα ψωμάκια, τα μπισκότα, τα παξιμάδια, τα ζαχαρωτά, τα γλειφιτζούρια, τα γλυκίσματα που απαιτούν ψήσιμο, τα δημητριακά, οι σούπες και τα κρέατα ταχείας παρασκευής, η μαργαρίνη και τα έτοιμα ντρέσιvγκ σαλάτας. Η λακτόζη εμπεριέχεται σαν έκδοχο και σε πολλά φάρμακα, όπως αντισυλληπτικά και αντιόξινα, αλλά προκαλεί συμπτώματα μόνο στα άτομα εκείνα με σοβαρή δυσανεξία σ’ αυτή.
http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=52823632
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 18/03/2008